Η Ποινή / Ε. Π. Παπανούτσος

Νομικοί και φιλόσοφοι, ψυχολόγοι και κοινωνιολόγοι πολύ μελάνι έχουν ξοδέψει και όχι λιγότερη φαιά ουσία, για να εξηγήσουν την έννοια της ποινής και για να δείξουν τη σκοπιμότητα της μέσα στον κύκλο της ατομικής ή μέσα στο σύστημα των σχέσεων της συλλογικής ζωής. Είναι τάχα η ποινή που επιβάλλεται από τα δικαιονομικά όργανα της πολιτείας, απλώς μέσον αμυντικό ( κατασταλτικό και προληπτικό) που χρησιμοποιεί η πολιτικά οργανωμένη κοινωνία για να προστατέψει τα μέλη και τους θεσμούς της από τα στοιχεία και τις πράξεις που έρχονται να την κλονίσουν  – ή μήπως, εκτός απ’ αυτήν, η επιβολή της ποινής υπηρετεί και μιαν άλλη, ηθική ή παιδαγωγική, σκοπιμότητα που αποτελεί τη βαθύτερη δικαίωσή της;

Όπως ξέρουμε, οι θεωρητικοί του Δικαίου έχουν στο κεφάλαιο της ποινής διαιρεθεί σε πολλές παρατάξεις. Επικρατέστερη, τουλάχιστο στα χρόνια μας, είναι η παράταξη που υποστηρίζει την πρώτη άποψη. Οι οπαδοί της – θετική ονομάζουν τη σχολή τους – αποστέργουν τις πολύπλοκες αναλύσεις και κατασκευές της φιλοσοφικής θεωρίας, βλέπουν το αδίκημα και τις κυρώσεις που επισύρει η διάπραξη του σαν καθαρά φαινόμενα της κοινωνικής ζωής και διδάσκουν ότι δεν υπάρχει καμία ανάγκη να ανατρέξει αλλού μια οργανωμένη κοινωνία, για να θεμελιώσει το δικαίωμα που έχει να ασφαλιστεί με όλα τα μέσα απέναντι σε όσους επιβουλεύονται την έννομη τάξη της:  είναι ένα ορισμένο καθεστώς που από την ανάγκη να ζήσει να υποχρεώνεται να αμυνθεί, και αμύνεται  πρώτον αφαιρώντας από τα απείθαρχα μέλη του την ικανότητα να βλάψουν και δεύτερον εκφοβίζοντας όσους ίσως δοκιμάσουν αύριο τον πειρασμό να μιμηθούν το παράδειγμα των πρώτων, για να μην το επιχειρήσουν. Οι κυρώσεις που επιβάλλονται στους παρεκτρεπόμενους, δεν απασχολούν περισσότερο τους θεωρητικούς μας· το σύνολο τους ενδιαφέρει, όχι τα άτομα. Φυσικά δεν πρέπει να μνησικακεί ούτε να εκδικείται αυτό το αφηρημένο συλλογικό εγώ: η οργανωμένη κοινωνία. Δικαίωμά της όμως είναι να υπερασπίζει τον εαυτό της, και γι’ αυτό τιμωρεί. Άλλωστε παράλληλα μπορεί να ενδιαφερθεί και για την τύχη των ενόχων – αλλά μόνο στο κεφάλαιο της κοινωνικής πρόνοιας. Ας τους θεωρήσει άρρωστους ή ανάγωγους και ας προσπαθήσει μέσα στα όρια της κοινής ασφάλειας για να τους γιατρέψει ή να τους διαπαιδαγωγήσει.

Είμαι πρόθυμος να δεχτώ ότι με αυτήν τη τοποθέτηση του ζητήματος ο νομικός και ο κοινωνιολόγος έχουν κιόλας πει την τελευταία τους λέξη: κανείς δεν μπορεί να απαιτήσει από την έρευνα τους να μπει στα άδυτα της ανθρώπινης ψυχής και να ενδιαφερθεί για τις τρικυμίες που ξεσπούν εκεί κάτω. Αυτό είναι έργο άλλης κατηγορίας ερευνητών· εκείνων που δεν ησυχάζουν παρά την ώρα που θα κατορθώσουν να ρίξουν λίγο φως μέσα στα σκοτεινά βάθη του κόσμου της ψυχής και να πλησιάσουν το μυστήριο του – όχι να το εξηγήσουν, αλλά για να το δουν και να φρίξουν. Για τούτους λοιπόν τους αρκετά περίεργους θεωρούς των ανθρώπινων πραγμάτων η ποινή που παρακολουθεί το αδίκημα ( η οποιαδήποτε ποινή, από το ειρωνικό νεύμα της αποδοκιμασίας έως τη στέρηση της ελευθερίας και αυτής ακόμη της ζωής, και το οποιοδήποτε αδίκημα, από την απλή παράβαση των εθιμικών κανόνων της συμπεριφοράς έως το φοβερότερο έγκλημα) έχει βαθύτερη για τον άνθρωπο σημασία και μια σκοπιμότητα που ξεπερνά τα όρια της κοινωνικής άμυνας. Είναι μια εξωτερική παρόρμηση προς τον ένοχο να ξανακοιτάξει την πράξη του, να ζυγίσει τις προθέσεις και τα αποτελέσματά της, να δει με ποιο τρόπο κινήθηκαν απέναντί του όχι μόνο τα πρόσωπα που άμεσα ή έμμεσα ανακατεύτηκαν στην υπόθεση, αλλά και οι απρόσωπες δυνάμεις της συλλογικής ζωής που ελέγχουν τις διάφορες λειτουργίες της – και ανάλογα με τη ποιότητα του ψυχικού του μετάλλου, με την αγωγή που έχει δεχτεί και με τις περιστάσεις που τον βρήκαν, να ξεκαθαρίσει κατά κάποιο τρόπο τη στάση του και προς τις δύο διευθύνσεις: και προς το παρελθόν και προς το μέλλον. Προς ό,τι έχει ήδη συντελεστεί και δεν μπορεί πια να αλλάξει, και προς ό, τι τον περιμένει πάλι αύριο απάνω στο δρόμο της ζωής που έχει ακόμη να διανύσει.

Έχει υποστηριχτεί η υπόθεση ότι η κοινωνική κύρωση με τη μορφή του κολασμού προηγήθηκε ιστορικά,

και αυτή ακριβώς γέννησε κι έφερε στο φως το άλγος των τύψεων. Ας μη φτάσουμε έως εκεί· μας αρκεί το γεγονός ότι από την άποψη που εξετάζουμε εδώ τα πράγματα, η ποινή ενεργεί απάνω στην ψυχή του ενόχου όπως και η τύψη: τον αναγκάζει με τον ωμά ρεαλιστικό της τρόπο να παραδεχτεί ότι εκείνο που έγινε  δεν τελείωσε ακόμη ( όπως πολύ θα το επιθυμούσε), ότι επομένως είναι υποχρεωμένος να προχωρήσει σε μιαν αναθεώρηση των γεγονότων, σ’ ένα λογαριασμό που θα τα βάλει από την αρχή όλα στη σειρά, και σ’ ένα ξεκαθάρισμα που δεν προορίζεται μόνο για να κλείσει οριστικά αυτό που δεν απογίνεται, αλλά θα αποφασίσει κιόλας σε μεγάλο βαθμό για τις μελλοντικές διαθέσεις και πράξεις.

Μπορεί κατά της ιστορική της προέλευση η ποινή να καθιερώθηκε από το αναπόφευκτο γεγονός της εκδίκησης· από την ιστορία του Δικαίου γνωρίζουμε πόσο μόχθησε ο άνθρωπος να χαλιναγωγήσει αυτό το φοβερό ορμέμφυτο  και να ρυθμίσει την ανταπόδοση του κακού  με κανόνες που να την κρατήσουν μέσα σε κάποια όρια που είναι απαραίτητα για την ευρυθμία  του συλλογικού βίου. Οπωσδήποτε το νόημα της ποινής δεν ταυτίζεται πια με το αρχικό ιστορικό και ψυχολογικό της περιεχόμενο. Από τα ίδια τα πράγματα, δηλαδή από την πνευματική και ηθική εξέλιξη του ανθρώπου, πήρε μια σημασία που εύκολα δεν μπορεί κανείς να την αμφισβητήσει. Προσφέρει μια διπλή ευκαιρία που όσο τη συλλογιζόμαστε, τόσο τη βρίσκουμε εξαιρετικά σημαντική και πολύτιμη για τον άνθρωπο που παραστράτισε. Από το ένα μέρος του ανοίγει το δρόμο να αποπλύνει με τη μεταμέλεια το στίγμα της ενοχής, με τον ηθικό βασανισμό να εξισωθεί κατά κάποιο τρόπο ο θύτης με το θύμα, να γίνει μέσα στο μαρτύριό του η αντιστάθμιση που φυσικά εξουδετερώνει το κακό, οπωσδήποτε όμως κλείνει το λογαριασμό του – και από το άλλο μέρος προσφέρει στον καταλύτη τη δυνατότητα, με τη συμμόρφωση προς τις επιταγές της (δηλαδή με την έκτιση ποινής), να συμφιλιωθεί πάλι με την έννομη τάξη που παραβίασε. Μια από τις ωραιότερες πνευματικές κατακτήσεις του ανθρώπου είναι ότι κατάφερε να βάλει τον αδικούντα αντιμέτωπο όχι προς τον αδικούμενο, αλλά κυρίως προς το απρόσωπο, το πολιτικά οργανωμένο σύνολο. Τους νόμους αυτού του συνόλου κατά πρώτο λόγο παραβιάζει η άδικη πράξη Απέναντι του λοιπόν είχε να κανονίσει τους λογαριασμούς του ο ένοχος. Η αδικοπραγία τον έχει βγάλει έξω από την κοινωνική ομάδα· η ποινή του δίνει τώρα την ευκαιρία να ξαναγυρίσει στους κόλπους της. Αν την εκτελέσει έως το τέλος, η συμμόρφωσή του προς την απόφαση του κολασμού εκφράζει την έμπρακτη αναγνώριση των νόμων που ρυθμίζουν τη συλλογική ζωή, και για τούτο τον αποκατασταίνει κοινωνικά, του δίνει δηλαδή το δικαίωμα να ζήσει πάλι μέσα στον κύκλο των ομοίων του ελεύθερος και ισότιμους μ’ αυτούς.

Φυσικά και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για δυνατότητες που ανοίγονται, όχι για πραγματικά αποτελέσματα που κατά κανόνα απορρέουν από την πράξη του κολασμού. Αν μπορούσε να φέρνει πάντα αυτές τις σωτήριες συνέπειες η ποινή, η ανθρωπότητα θα είχε προπολλού μεταβληθεί σε κοινωνία αγγέλων. Η φύση όμως του ανθρώπου είναι καμωμένη από σκληρά υλικά και γι’ αυτό όλα τα παιδαγωγικά μέτρα που έχουν επινοηθεί για τη βελτίωσή της, δεν φέρνουν πάντοτε τα αποτελέσματα που περιμένουμε από την εφαρμογή τους. Άλλον άνθρωπο συνετίζει η τιμωρία και του ανοίγει το δρόμο του εξαγνισμού· άλλον πάλι τον εξευτελίζει, τον τσαλακώνει, και τότε η ψυχή του σκοτεινιάζει περισσότερο. Άλλοτε ο κολασμός οδηγεί στην αναγνώριση ακόμη και αυτής της φριχτής σκοπιμότητας που έχουν μερικοί πολύ τυφλοί και απάνθρωποι νόμοι, και υψώνει ψυχικά τα θύματά τους σε μια βαθύτερη κατανόηση και παραδοχή της κοινωνικής νομοτέλειας· άλλοτε πάλι εξαγριώνει περισσότερο όσους δύσκολα πειθαρχούν σε κανόνες που δεν καταλαβαίνουν και εξωθεί την ανένδοτη υπεροψία τους στην ανταρσία και το οργανωμένο έγκλημα. Για να βεβαιωθούμε πόσο αναπόφευχτες γίνονται αυτές οι τυπολογικές παραλλαγές, ας υποθέσουμε για μια στιγμή ότι όχι τον Σωκράτη, αλλά τον Αλκιβιάδη υποχρέωναν να πιει το κώνειο ή ότι όχι ο Δημήτρης Καραμαζώφ αλλά ο αδελφός του Ιβάν καταδικαζόταν σε καταναγκαστικά έργα και έπαιρνε το δρόμο της Σιβηρίας. Αν είχαν συμβεί αυτά τα ανάποδα γεγονότα, ο Κρίτων του Πλάτωνα ασφαλώς δεν θα είχε γραφτεί ποτέ και ορισμένως ο Ντοστογιέφσκι θα είχε δώσει άλλη πορεία και άλλο νόημα στο μυθιστόρημά του. Δεν είναι λοιπόν πάντοτε η ποινή καθαρμός ψυχής και συμφιλίωση με τους νόμους. Είναι μόνο η δυνατότητα αυτής της διαλλαγής και αυτού του καθαρμού.

( Επίκαιρα Ανεπίκαιρα , Εκδόσεις «Νόηση», Σειρά: Φιλοσοφία, 2η έκδοση 2002)  ( δημοσίευση: 24 Ιανουαρίου 1952, Το Βήμα)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s