Nature Boy / Miles Davis

There was a boy
A very strange enchanted boy
They say he wandered very far
Very far, over land and sea

A little shy and sad of eye
But very wise was he

And then one day, a magic day
He passed my way, and while we spoke
Of many things, fools and kings
This he said to me

«The greatest thing you’ll ever learn
Is just to love and be loved in return»

«The greatest thing you’ll ever learn
Is just to love and be loved in return»

Advertisements

Victor Jara/ Te Recuerdo Amanda

Σε θυμάμαι, Αμάντα, τον βροχερό δρόμο/ Τρέχοντας στο εργοστάσιο όπου ο Μάνουελ δούλευε/ Το μειλίχιο χαμόγελό σου, τη βροχή στα μαλλιά σου/ Τίποτα δεν είχε σημασία, θα συναντιόσουν μαζί του, μαζί του, μαζί του/ Έμεναν ακόμα πέντε λεπτά/ Η ζωή είναι αιώνια σε πέντε λεπτά/ Το σφύριγμα που ακούγοντας, για να γυρίσει στη δουλειά/ Και εσύ περπατούσες φωτίζοντας τα πάντα στο διάβα σου/ Για εκείνα τα πέντε λεπτά ανθοφορούσες/ Και εκείνος έτρεχε στα βουνά για να πολεμήσει, εκείνος που ούτε μύγα δεν είχε πληγώσει ποτέ/ Και σε εκείνα τα πέντε λεπτά όλα εξαφανίσθηκαν/ Το σφύριγμα που ακούγοντας για να γυρίσει στη δουλειά/ Πολλοί, όμως, δε γύρισαν πίσω/ Ούτε ο Μάνουελ γύρισε

Καλόγερος αν ήμουν…

(«Μεταμέλεια» Γιώργος Βιζυηνός)
Ανάθεμα την πρωτ’ αρχή,
που μ’είπαν να πιστέψω
πως δε μου σώζεται η ψυχή,
σα δεν καλογερέψω!

Απ’της ζωής την Πασχαλιά
μ’εκάμαν να ξεπέσω
ν’ αφήσω μακρυά μαλλιά
και ράσο να φορέσω.

Να ζω με το ξερό ψωμί,
με το νερό μονάχα
για να παιδέψω το κορμί,
και για ν’αγιάσω τάχα!

Καλόγεροι, σας προσκυνώ,
και σας φιλώ τα χέρια
Και σας πετώ τον ουρανό
και τα χρυσά τ’αστέρια.

Πετώ τον σκούφο στο κελλί,
το ράσο στο ντουλάπι
τον νου μου- μόνο στο φιλί,
και μόνο στην αγάπη.

Θωρώ πουλάκια στην αυλή,
που παίζουν ταίρι ταίρι,
και λέγω: νάμουνε πουλί!
Να ήμουν περιστέρι!

Θωρώ κοπέλαις, που περνούν
να παν στο περιβόλι,
κι’ αυτού που κοντοπροσκυνούν-
Με παίρνουν οι Διαβόλοι! ..

Το φίλεμα/Πρόσκληση σε δείπνο κυανίου/ Θανάσης Παπακωνσταντίνου

Το καραβάνι των νεκρών στον Άδη κατεβαίνει.
Οι γέροντες τραβούν μπροστά, ξοπίσω τους οι άλλοι
και πίσω-πίσω μια μικρή ομορφοπλουμισμένη.
Χρυσό φλουρί στα δόντια τους για τον περαματάρη,
να τους περάσει αντίπερα στου Άδη τα σκοτάδια.
Κι έρχεται νιος από μακριά, στα κοντινά ζυγώνει:
-Που πάτε σεις ωρέ νεκροί, που πάτε αποθαμένοι;
-Για το μεγάλο το γκρεμό, για τη μεγάλη πόρτα.
-Που πας και συ μωρέ μικρή, ομορφοπλουμισμένη;
-Εγώ δεν είμαι δα νεκρή, δεν είμ’ αποθαμένη.
-Ανάμεσα στα χείλη σου τι το ‘χεις το χρυσάφι;
-Αυτό δεν είναι δα φλουρί, μόνο χρυσό δοντάκι.
Και σκύβει ο νιος και τη φιλά στο παγωμένο στόμα
κι αυτή του μπήγει το φλουρί ανάμεσα στα δόντια.