Καλόγερος αν ήμουν…

(«Μεταμέλεια» Γιώργος Βιζυηνός)
Ανάθεμα την πρωτ’ αρχή,
που μ’είπαν να πιστέψω
πως δε μου σώζεται η ψυχή,
σα δεν καλογερέψω!

Απ’της ζωής την Πασχαλιά
μ’εκάμαν να ξεπέσω
ν’ αφήσω μακρυά μαλλιά
και ράσο να φορέσω.

Να ζω με το ξερό ψωμί,
με το νερό μονάχα
για να παιδέψω το κορμί,
και για ν’αγιάσω τάχα!

Καλόγεροι, σας προσκυνώ,
και σας φιλώ τα χέρια
Και σας πετώ τον ουρανό
και τα χρυσά τ’αστέρια.

Πετώ τον σκούφο στο κελλί,
το ράσο στο ντουλάπι
τον νου μου- μόνο στο φιλί,
και μόνο στην αγάπη.

Θωρώ πουλάκια στην αυλή,
που παίζουν ταίρι ταίρι,
και λέγω: νάμουνε πουλί!
Να ήμουν περιστέρι!

Θωρώ κοπέλαις, που περνούν
να παν στο περιβόλι,
κι’ αυτού που κοντοπροσκυνούν-
Με παίρνουν οι Διαβόλοι! ..

Το φίλεμα/Πρόσκληση σε δείπνο κυανίου/ Θανάσης Παπακωνσταντίνου

Το καραβάνι των νεκρών στον Άδη κατεβαίνει.
Οι γέροντες τραβούν μπροστά, ξοπίσω τους οι άλλοι
και πίσω-πίσω μια μικρή ομορφοπλουμισμένη.
Χρυσό φλουρί στα δόντια τους για τον περαματάρη,
να τους περάσει αντίπερα στου Άδη τα σκοτάδια.
Κι έρχεται νιος από μακριά, στα κοντινά ζυγώνει:
-Που πάτε σεις ωρέ νεκροί, που πάτε αποθαμένοι;
-Για το μεγάλο το γκρεμό, για τη μεγάλη πόρτα.
-Που πας και συ μωρέ μικρή, ομορφοπλουμισμένη;
-Εγώ δεν είμαι δα νεκρή, δεν είμ’ αποθαμένη.
-Ανάμεσα στα χείλη σου τι το ‘χεις το χρυσάφι;
-Αυτό δεν είναι δα φλουρί, μόνο χρυσό δοντάκι.
Και σκύβει ο νιος και τη φιλά στο παγωμένο στόμα
κι αυτή του μπήγει το φλουρί ανάμεσα στα δόντια.