Ο Εφιάλτης του Θανάτου / Ε.Π. Παπανούτσος

Είναι αδύνατο στον άνθρωπο να συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι φυσική απόληξη της εξατομικευμένης ζωής είναι ο οριστικός αφανισμός της, ο θάνατος. Από τότε που ξύπνησε ο νους του και έθεσε το πρόβλημα, δοκίμασε όλους τους τρόπους , για να εξαλείψει ή να μαλακώσει αυτή την καταθλιπτική σκέψη που ύστερα από ορισμένη ηλικία κάνει αφόρητα πικρή τη γεύση της ύπαρξης – του κακού!  Όσο και να προσπάθησαν μάγοι και προφήτες, ποιητές και παραμυθάδες, ονειροπόλοι και φιλόσοφοι να του δώσουν την ελπίδα ότι η ζωή, με τη μια μορφή ή με την άλλη, συνεχίζεται και πέρα από τον τάφο, ότι μπορεί μάλιστα ( αν φανεί φρόνιμος) να είναι και καλύτερη από την επίγεια, αυτός εξακολουθεί ( όπως ομολογεί και ο υμνωδός της Εκκλησίας) «να θρηνεί και να οδύρεται όταν εννοήσει το θάνατο». Που σημαίνει όχι όταν «καταλάβει» το θάνατο, γιατί αυτός ήταν και μένει ακατάληπτος, αλλά όταν τον «βάλει στο νου του». Πως όμως μπορεί να μην τον «εννοήσει», αφού από τη στιγμή που αισθάνεται το τι γίνεται γύρω του, βλέπει να φεύγουν από τον κόσμο τα αγαπημένα του πρόσωπα, το ένα ύστερα από το άλλο, χωρίς να αφήνουν πίσω τους τίποτα άλλο παρά αναμνήσεις και θλίψη που κι αυτή σιγά – σιγά σβήνει; Παραμυθία λοιπόν δεν υπάρχει, και μόνο θρήνος και οδυρμός μπροστά στο επικείμενο, στο αναπόδραστο τέρμα της πορείας. Συνέχεια

Η Ποινή / Ε. Π. Παπανούτσος

Νομικοί και φιλόσοφοι, ψυχολόγοι και κοινωνιολόγοι πολύ μελάνι έχουν ξοδέψει και όχι λιγότερη φαιά ουσία, για να εξηγήσουν την έννοια της ποινής και για να δείξουν τη σκοπιμότητα της μέσα στον κύκλο της ατομικής ή μέσα στο σύστημα των σχέσεων της συλλογικής ζωής. Είναι τάχα η ποινή που επιβάλλεται από τα δικαιονομικά όργανα της πολιτείας, απλώς μέσον αμυντικό ( κατασταλτικό και προληπτικό) που χρησιμοποιεί η πολιτικά οργανωμένη κοινωνία για να προστατέψει τα μέλη και τους θεσμούς της από τα στοιχεία και τις πράξεις που έρχονται να την κλονίσουν  – ή μήπως, εκτός απ’ αυτήν, η επιβολή της ποινής υπηρετεί και μιαν άλλη, ηθική ή παιδαγωγική, σκοπιμότητα που αποτελεί τη βαθύτερη δικαίωσή της; Συνέχεια

Η ΣΑΤΙΡΑ / Ε. Π. Παπανούτσος

Η διάκριση που έκανε ο Baudelaire (στο περίφημο δοκίμιο του για την «ουσία του γέλιου») παραμένει. Υπάρχει ένα κωμικό αθώο και ένα κωμικό πονηρό. Το πρώτο (μία εικόνα, μία κίνηση ,μία φράση) προκαλεί το αυθόρμητο και ηχηρό γέλιο που το χαιρόμαστε στα παιδιά και τους απλοϊκούς ανθρώπους, και διασκεδάζει χωρίς αναχαιτίσεις όσους το συναντούν. Το δεύτερο (μία γελοιογραφία, ένας μορφασμός, ένα ευφυολόγημα) γίνεται αντιληπτό μόνο από κείνους που γνωρίζουν τα υπονοούμενά του και το ευχαριστούνται όταν συμμετέχουν στη πρόθεση του δημιουργού να «πειράξει» με τα τεχνάσματα και τους υπαινιγμούς του· αλλιώς στεναχωρούνται ή και θυμώνουν. Το αθώο κωμικό είναι – ας πούμε- διδιάστατο, σκέτη επιφάνεια, δεν έχει «από πίσω» τίποτα, και για τούτο μας κάνει να γελούμε «με τη καρδιά μας». Παράδειγμα: οι σκηνές των αδελφών Μαρξ στον κινηματογράφο. Αντίθετα, στο πονηρό κωμικό υπάρχει τρίτη διάσταση, βάθος «σημασία», και απαιτεί σκέψη. Κάτι εννοεί, και πρέπει να συλλάβεις αυτό το νόημα του για να διεγερθείς και να ευθυμήσεις ή να οργιστείς . Παράδειγμα: οι περιπέτειες και τα παθήματα του Δον Κιχώτη ή των ηρώων του Μολιέρου. Η μεγαλοφυΐα του Τσάρλι Τσάπλιν συνδυάζει  στα καλύτερα έργα του και τους δύο τύπους με τρόπον ανεπανάληπτο. Συνέχεια